Παγκρεατίτιδα είναι η φλεγμονή του παγκρέατος η οποία μπορεί να είναι οξεία ή χρόνια.

Η οξεία παγκρεατίτιδα αποτελεί μία κατάσταση αυτοπεψίας του αδένα, δηλαδή φλεγμονή και καταστροφή του από ενεργοποίηση των ίδιων των ενζύμων που παράγει το πάγκρεας. Αναλογως της βαρύτητας της φλεγμονής μπορεί χαρακτηρίζεται και αναλόγως. Ετσι λέγεται οιδηματώδης όταν παρατηρείται μόνο οίδημα του παγκρέατος και των περιπαγκρεατικών ιστών, αιμορραγική όταν είναι βαρύτερη και νεκρωτική όταν τμήμα του παγκρέατος έχει νεκρωθεί.

 

Ενώ η οιδηματώδης και η αιμορραγική παγκρεατίτιδα αποτελούν εκδηλώσεις των ίδιων παθοφυσιολογικών διαδικασιών και οι γενικές θεραπευτικές αρχές παραμένουν ίδιες, η αιμορραγική παγκρεατίτιδα παρουσιαζεί περισσότερες επιπλοκές και αυξημένη θνητότητα. Η παγκρεατίτιδα είναι πολύ βαριά πάθηση και μπορεί εύκολα να επιπλακεί με  νέκρωση, επιμόλυνση και ανεπάρκεια άλλων οργάνων. Εκτός από τη σημαντική νοσηρότητα παρουσιάζει και υψηλή θνητότητα σε ποσοστό που κυμαίνεται από 5 έως 10%.

 

Η χρόνια παγκρεατίτιδα αποτελεί συνέπεια πολλαπλών επεισοδίων οξείας παγκρεατίτιδας. Χαρακτηρίζεται από διαλείποντα ή συνεχή πόνο στο επιγάστριο και μόνιμη βλάβη του παγκρεατικού παρεγχύματος με αποτέλεσμα διαταραχή της λειτουργίας του και της παραγωγής ενζύμων.

 

Η παγκρεατίτιδα εμφανίζεται σπανιότερα σε παιδιά και εφήβους και αποτελεί πάθηση των μεγαλύτερων ηλικιών. Στους ενήλικες και τους ηλικιωμένους δεν ακολουθεί κάποια ιδιαίτερη ηλικιακή κατανομή, ενώ φαίνεται να είναι συχνότερη σους άρρενες πιθανότητα λόγω της αυξημένης κατανάλωσης αλκοόλ.

Αιτίες οξείας παγκρεατίτιδας

Η κυριότερη και συχνότερη αιτία δημιουργίας οξείας παγκρεατίτιδας είναι η χολολιθίαση, δηλαδή οι πέτρες στη χοληδόχο κύστη. Οι λίθοι της χοληδόχου κύστης ιδιαίτερα αυτοί που έχουν μικρό μέγεθος μπορούν να περάσουν διαμέσου του κυστικού πόρου στον χοληδόχο πόρο, ο οποίος ενώνεται με τον παγκρεατικό πόρο, να τον αποφράξουν και προκαλέσουν της δημιουργία παγκρεατίτιδας. Στη χολολιθίαση οφείλεται περίπου το 60% των περιπτώσεων οξείας παγκρεατίτιδας.

         

Άλλο συχνό αίτιο οξείας παγκρεατίτιδας (ευθύνεται για το 20% των επεισοδίων) είναι η κατανάλωση μεγάλης ποσότητας αλκοόλ (αλκοολισμός), ο οποίος είναι συχνότερος σε χώρες της Βόρειας και Ανατολικής Ευρώπης. Σπανιότερα αίτια είναι η επέμβαση στην κοιλιά στην περιοχή του παγκρέατος, η ERCP, οι όγκοι του παγκρέατος , η υπερλιπιδαιμία, ο υπερπαραθυρεοειδισμός, οι ιογενείς λοιμώξεις (παρωτίτιδα), οι παρασιτικές λοιμώξεις (ασκαρίδες), η τραυματική κάκωση του παγκρέατος (π.χ. μετά από τροχαίο ατύχημα), οι συγγενείς ανωμαλίες του παγκρέατος, των χοληφόρων ή του εντέρου, και η λήψη ορισμένων φαρμάκων (θειαζιδικά διουρητικά, αζαθειοπρίνη, οιστρογόνα).

          

Διάγνωση της οξείας παγκρεατίτιδας

         

Το οξύ επεισόδιο ξεκινά συνηθώς μετά απο ένα πλούσιο γεύμα και συνίσταται σε έντονο επιγαστρικό άλγος. Ο πόνος μπορεί να είναι ήπιος ή έντονος, εντοπίζεται στο άνω μέρος της κοιλιάς, το επιγάστριο και είναι σαν ζώνη (κυκλοτερής δηλαδή), ενώ μπορεί να αντανακλά στη ράχη ή το στήθος. Συνήθως είναι σταθερός για ώρες ή και μέρες και χειροτερεύει με το φαγητό ή το αλκοόλ. Συνήθως ο ασθενής λαμβάνει εμβρυϊκή στάση σώματος ή διπλώνει στα γόνατα γιατί έτσι ανακουφίζεται. Το άλγος είναι είναι πολύ έντονο και συνήθως συνοδεύεται απο ναυτία, εμετό και πυρετό με ρίγη. Αλλα λιγότερα συχνά συμπτώματα είναι η ταχυκαρδία, ο πυρετός, το πρήξιμο στην κοιλιά, ο ειλεός, η ολιγουρία ή η ανουρία, η αναπνευστική δυσχέρεια ή νευρολογικές διαταραχές.

         

Ανάλογα με τη βαρύτητα της νόσου μπορεί να παρατηρηθεί σοβαρή αφυδάτωση, ταχυκαρδία και ορθοστατική υπόταση. Σε σοβαρή παγκρεατίτιδα η λειτουργία του μυοκαρδίου συνήθως διαταράσσεται κυρίως λόγω των κυκλοφορούντων παραγοντών που επηρεάζουν την καρδιακή λειτουργία. Ο ασθενής σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να πέσει και σε καταπληξία. Κατά την εξέταση της κοιλιακής χώρας παρατηρείται μείωση ή εξάλειψη των εντερικών ήχων και ευαισθησία που μπορεί να είναι γενικευμένη αλλα συχνότερα εντοπίζεται στο επιγάστριο. Σε μια μη επιπλεγμένη παγκρεατίτιδα η θερμοκρασία μπορεί να είναι φυσιολογική ή ελαφρά αυξημένη. Εάν διαπιστωθεί κοιλιακή μάζα τότε ενδεχομένως πρόκειται για διογκωμένο παγκρέας (φλέγμονας) ή αργότερα κατά την πορεία της νόσου για ψευδοκύστη ή απόστημα.

         

Στον εργαστηριακό έλεγχο ο αιματοκρίτης μπορεί να είναι αυξημένος, συνέπεια της αφυδάτωσης, ή μειωμένος, λόγω ενδοκοιλιακής απώλεια αίματος επί αιμορραγικής παγκρεατίτιδας. Η CRP ανευρίσκεται αυξημένη. Οι δείκτες ηπατικής λειτουργίας συνήθως είναι φυσιολογικοί, ή μπορεί να διαπιστωθεί ήπια αύξηση της χολερυθρίνης και της LDH. Η αμυλάση ορού αυξάνεται περισσότερο απο δυόμιση φορές σε σχέση με τη φυσιολογικό εντός 6 ωρών απο την εναρξή του οξέος επεισοδίου και παραμένει αυξημένη για αρκετές μέρες. Αυξημένη ανευρίσκεται πάντοτε και η αμυλάση των ούρων. Αλλες εξετάσεις οι οποίες χρησιμοποιούνται για τη διάγνωση είναι το σάκχαρο, το ασβέστιο, το μαγνήσιο, η C-Αντιδρώσα Πρωτεΐνη (ένδειξη φλεγμονής), το λίπος των κοπράνων, η λιπάση, η θρυψίνη και το θρυψινογόνο.

         

Σημαντικός είναι στη διάγνωση αλλά και παρακολούθηση της εξέλιξης της πακρεατίτιδας και ο ρόλος των απεικονιστικών εξετάσεων. Στην απλή ακτινογραφία θώρακα και κοιλίας μπορεί να υπάρχουν έμμεσες ενδείξεις όπως υγρό στον πνεύμονα, εικόνα ειλεού ή το σημείο διακοπής του εγκαρσίου ή ή διάταση της συνοσού έλικας. Στο υπερηχογράφημα μπορεί να φανεί η χολολιθίαση (αίτιο της νόσου), ή ακόμη οίδημα και διαταραχή της αρχιτεκτονικής του οργάνου. Η πιο αξιόπιστη και επαναλήψιμη εξέτηση είναι η αξονική τομογραφία όπου παρατηρούνται όλες οι αλλοιώσεις, τα νεκρώματα, η εξέλιξη της νόσου αλλά και οι δυνητικές επιπλοκές. Κατά περίπτωση μπορεί να χρειαστεί η διενέργεια MRI, MRCP ή ERCP.

 Unknown 12

         

Για την παρακολούθηση της εξέλιξης της παγκρεατίτιδας συνήθως χρησιμοποιούνται τα ευρήματα της αξονικής τομογραφίας, της CRP και οι κλίμακες αξιολόγησης βαρύτητας της πακρεατίτιδας Ranson και Glasgow Coma Score.

          

Επιπλοκές

         

Η δημιουργία νεκρωμάτων και η επιμόλυνση αυτών αποτελούν μία πολύ σοβαρή κατάσταση με πολύ υψηλή νοσηρότητα και θνητότητα. Το απόστημα και ο σχηματισμός ψευδοκύστης είναι οι κύριες επιπλοκές της οξείας παγκρεατίτιδας. Το ποσοστό θνητότητας μειώνεται σημαντικά καθώς η έγκαιρη αναγνώριση των ασθενών σε αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών επιτρέπει την πιο επιθετική θεραπευτική αντιμετώπιση.

        

Θεραπεία οξείας παγκρεατίτιδας

         

Η οξεία παγκρεατίτιδα είναι χειρουργική πάθηση, αλλά η θεραπεία είναι συντηρητική. Εχει ως στόχο την ελάττωση της παγκρεατικής έκκρισης και την αποκατάσταση των διαταραχών των υγρών και των ηλεκτρολυτών. Στη συστηματική αντιμετώπιση της οξείας παγκρεατίτιδας διακόπτεται η σίτιση των ασθενών απο το στόμα, χορηγούνται ενδοφλέβια υγρά, καθώς παρατηρείται σημαντική απώλεια υγρών, ενώ χορηγείται ασβέστιο και μαγνήσιο όπου χρειάζεται. Τα αντιβιοτικά δεν ενδείκνυται σε ήπιες οξείες παγκρεατίτιδες. Ακόμη μπορεί να χρειαστεί ρινογαστρική αναρρρόφηση, παυσίπονα, οξυγόνο ή ακόμη και αναπνευστική υποστήριξη σε κατάσταση σοκ. Η περιτοναΐκή πλύση ενδείκνυται σε ανθεκτικές περιπτωσεις για την απομάκρυνση των τοξινών απο το περιτοναικό υγρό που διαφορετικά θα απορροφούνταν από τη συστηματικη κυκλοφορία.

         

Η χειρουργική θεραπεία γενικά δεν ενδείκνυται στη μη επιπλεγμένη οξεία παγκρεατίτιδα. Ωστόσο, όταν η διάγνωση είναι αμφίβολη σε ασθενή με σοβαρό κοιλιακό άλγος η διαγνωστική λαπαροτομία δεν θεωρείται ότι επιδεινώνει την παγκρεατίτιδα. Εφόσον υπάρχει επιμόλυνση των νεκρωμάτων αυτά πρέπει να καθαρίζονται επιμελώς. Χειρουργική τέλος θεραπεία πιθανότατα σε δεύτερο χρόνο χρειάζεται σε περιπτώσεις ψευδοκύστης (παροχέτευση της ψευδοκύστης) και σε χολολιθίαση (λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή με ή χωρίς διερεύνηση του χοληδόχου πόρου).

         

Σε κάθε ασθενή με παγκρεατίτιδα πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα αποφυγής μελλοντικών επεισοδίων και για το λόγο αυτό εκτός από όλα τα προαναφερθέντα συστήνεται επίσης περιορισμός της λήψης λιπαρών τροφών και αλκοόλ καθώς επίσης και αποφυγή φαρμάκων που σχετίζονται με την εμφάνισή της.