Οι ακτινολογικές εξετάσεις, συμπεριλαμβανομένου του βαριούχου υποκλυσμού και της αξονικής κολονοσκόπησης, είναι πιο ευαίσθητες για την αναγνώριση κακοηθών και προκαρκινικών αλλοιώσεων. Και οι δύο απαιτούν πλήρη προετοιμασία του εντέρου κι έχουν το μειονέκτημα της έκθεσης σε ακτινοβολία. Εν τούτοις ο κίνδυνος από την εξέταση είναι πολύ χαμηλός.

Ο βαριούχος υποκλυσμός έχει χάσει έδαφος σαν προληπτική εξέταση καθώς δεν μπορεί να εντοπίσει μικρές βλάβες, και δεν μπορεί να δώσει πληροφορίες για την φύση της βλάβης ενώ παράλληλα είναι και ιδιαίτερα ενοχλητικός για τους ασθενείς.

Καθώς η αξονική κολονοσκόπηση (ή καλύτερα κολονογραφία) είναι στα πρώτα βήματα της ανάπτυξής της, η απόδοσή της και τα διαστήματα μεταξύ ελέγχων δεν έχουν καθοριστεί επαρκώς. Εν τούτοις φαίνεται ότι έχει καλή ευαισθησία και ειδικότητα. Έχει 90% ευαισθησία και 86% ειδικότητα για την ανεύρεση πολυπόδων που είναι μεγαλύτεροι από 1 εκ. Για πολύποδες μεγαλύτερους από 6 χιλ., η ευαισθησία ήταν 78% και η ειδικότητα 88%. Πιθανότατα δεν είναι μια καλή εξέταση για την ανίχνευση επίπεδων αδενωμάτων. Χρησιμοποιώντας το όριο των 6 χιλ. για παραπομπή για κολονοσκόπηση, 15%-25% των ασθενών θα παραπέμπονταν για περαιτέρω διερεύνηση με κολονοσκόπηση, στην οποία θα χρειαστεί για άλλη μια φορά προετοιμασία του εντέρου και το κόστος μιας επιπλέον εξέτασης. Επιπρόσθετα, 5%-16% των ασθενών θα έχουν ένα τυχαίο εύρημα από άλλο σημείο της κοιλίας πέραν του παχέος εντέρου το οποίο θα χρειαστεί επιπλέον διερεύνηση.

Η εύκαμπτη σιγμοειδοσκόπηση δεν χρησιμοποιείται συχνά στις Η.Π.Α ως προληπτική εξέταση. Η χρήση της στην πρόληψη του ορθοκολικού καρκίνου είναι περιορισμένη καθώς με αυτήν δεν μπορεί να αξιολογηθεί το εγγύς κόλον. Έτσι συνδυάζεται με εξέταση κοπράνων για λανθάνουσα αιμορραγία και προτείνεται κολονοσκόπηση εάν η εξέταση αυτή είναι θετική. Οι μελέτες με κολονοσκόπηση έχουν δείξει ότι 30% των ασθενών με προχωρημένα αδενώματα δεν θα έχουν περιφερικές αλλοιώσεις και για τον λόγο αυτό θα έχουν μια φυσιολογική εξέταση έως την σπληνική καμπή. Αυτό είναι πιο συχνό στις γυναίκες και στους ασθενείς που είναι πάνω από 60 ετών. Τα στοιχεία αυτά, σε συνδυασμό με την ανάγκη για προετοιμασία του εντέρου, το στρες που προκαλεί στους ασθενείς, και τη χαμηλή ανταπόδοση από πλευράς ασφαλίστρων (αποζημίωση του ιατρού με βάση τα ισχύοντα τιμολόγια) έχουν κάνει την εξέταση αυτή να χρησιμοποιείται σπάνια για λόγους προληπτικού ελέγχου.

colonscopy 1Η κολονοσκόπηση ανά 10 έτη είναι η προτιμώμενη εξέταση προληπτικού ελέγχου σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες του ACG και είναι το κοινό τελευταίο βήμα σε κάθε πρόγραμμα προληπτικού ελέγχου του ορθοκολικού καρκίνου. Το μεγαλύτερο μειονέκτημά της είναι η χαμηλή συμμόρφωση του πληθυσμού, που πιθανώς σχετίζεται με την ανάγκη για προετοιμασία του εντέρου και για μέθη, η οποία συνήθως απαιτεί την παρουσία κάποιου ατόμου που θα βοηθήσει τον ασθενή, και απουσία από την εργασία για μια ημέρα. Είναι η πιο ακριβή εξέταση προληπτικού ελέγχου και έχει έναν μικρό αλλά πραγματικό κίνδυνο επιπλοκών (3-5/1000 περιπτώσεις). Η ανησυχία για τη μη ανίχνευση αλλοιώσεων έχει οδηγήσει στην ανάπτυξη εργαλείων μέτρησης της ποιότητας. Εν τούτοις, θεωρείται γενικά μια ασφαλής και αποδοτική εξέταση προληπτικού ελέγχου.
Ο προληπτικός έλεγχος για τους ασθενείς που βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο ανάπτυξης ορθοκολικού καρκίνου είναι εξατομικευμένος. Τα παιδιά με πιθανή οικογενή αδενωματώδη πολυποδίαση (FAP) θα πρέπει να ξεκινούν τον προληπτικό έλεγχο στην εφηβεία τους. Οι ασθενείς σε οικογένειες με κληρονομικό μη πολυποδιασικό ορθοκολικό καρκίνο (HNPCC) θα πρέπει να ξεκινούν τον έλεγχο στην ηλικία των 21 ετών. Οι ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα για περισσότερο από 10 έτη θα πρέπει να ξεκινούν την κολονοσκόπηση κατ’ έτος με τυχαίες βιοψίες. Οι ασθενείς με ιστορικό ορθοκολικού καρκίνου σε μικρή ηλικία (< 60 έτη) σε ένα πρώτου βαθμού συγγενή θα πρέπει να υποβάλλονται σε κολονοσκόπηση από την ηλικία των 40, ή 10 χρόνια νωρίτερα από την ηλικία διάγνωσης του μέλους της οικογένειας.

Οι τελευταίες οδηγίες της ACG αναφέρουν ότι οι ασθενείς με οικογενειακό ιστορικό ορθοκολικού καρκίνου που εμφανίζεται σε ανά μέλος της οικογένειας άνω των 60 ετών μπορούν να ακολουθούν πρόγραμμα προληπτικού ελέγχου όπως όλοι οι ασθενείς ενδιάμεσου κινδύνου.