Η οξεία ψευδοαπόφραξη του παχέος εντέρου (σύνδρομο Ogilvie) εμφανίζεται ως εκσεσημασμένη διάταση του παχέος εντέρου με ταυτόχρονη απουσία αλλοίωσης που το αποφράσσει μηχανικά. Είναι μια σοβαρή μορφή ειλεού η οποία εμφανίζεται συνήθως σε ασθενείς που πάσχουν από κάποια συστηματική νόσο κι έχει σαν αποτέλεσμα τη διαταραχή στον τόνο του αυτόνομου νευρικού συστήματος με επακόλουθο την απουσία περισταλτικών κυμάτων. Παράγοντες που συνεισφέρουν στην κατάσταση αυτή είναι οι διαταραχές των ηλεκτρολυτών και τα φαρμακευτικά σκευάσματα. Οι ασθενείς αυτοί συνήθως αναρρώνουν από μείζονες χειρουργικές επεμβάσεις ή νοσηλεύονται για άλλα αίτια, συνηθέστερα καρδιαγγειακές παθήσεις, τραύμα και λοιμώξεις. Το ποσοστό θνησιμότητας είναι συνολικά 15% αλλά αυξάνεται στο 30% σε ασθενείς που αναπτύσσουν ισχαιμία ή διάτρηση.

   ApofraxiEnterou2Τα αρχικά συμπτώματα προσέλευσης μπορεί να διαλάθουν βαρέως πάσχοντες ασθενείς. Η διάταση της κοιλίας είναι το πιο πρώιμο σύμπτωμα, αλλά αργότερα μπορούν να αναπτυχθούν κοιλιακό άλγος, έμετοι, και αναστολή της αποβολής των κοπράνων, και μπορεί να μιμηθούν τα συμπτώματα της αληθούς απόφραξης. Παρόλα αυτά, 40% των ασθενών θα εμφανίσουν διάρροια. Η διαφορική διάγνωση συμπεριλαμβάνει το τοξικό μεγάκολο (σε ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα και κολίτιδα από C. difficile) και μηχανική απόφραξη του παχέος εντέρου. Οι απλές ακτινογραφίες της κοιλίας θα δείξουν σημαντικού βαθμού διάταση του παχέος εντέρου, η οποία συνήθως είναι μεγαλύτερη στο δεξιό και το εγκάρσιο κόλον. Ο υποκλυσμός με σκιαγραφικό θα αναδείξει την απουσία της απόφραξης, όμως η έγχυση ακτινοσκιερής ουσίας θα πρέπει να σταματήσει άπαξ το σκιαγραφικό φτάσει στο διατεταμένο τμήμα του παχέος εντέρου. Σε αντίθεση με την μηχανική απόφραξη του εντέρου, η χειρουργική αντιμετώπιση του συνδρόμου Ogilvie επιφυλάσσεται μόνο για τις επιπλοκές του, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται η διάτρηση και η ισχαιμία.
 
   Εάν ο ασθενής δεν έχει σημεία απόφραξης ή διάτρησης, τα αρχικά μέτρα συμπεριλαμβάνουν την τοποθέτηση ρινογαστρικού καθετήρα, την τοποθέτηση καθετήρα ορθού (σωλήνα αερίων), την αναζωογόνηση με υγρά και τη διόρθωση των διαταραχών των ηλεκτρολυτών. Οι συστηματικές παθήσεις συμβάλλουν στην εμφάνιση της νόσου και θα πρέπει να αντιμετωπίζονται αναλόγως (αναπνευστική ανεπάρκεια, καρδιακή νόσος και σήψη). Όλα τα αντιχολινεργικά και ναρκωτικά φάρμακα θα πρέπει να διακόπτονται. Τα μέτρα αυτά θα είναι αποτελεσματικά σε ποσοστό 75%-85% των ασθενών. Ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται με συνεχείς απεικονίσεις. Ο κίνδυνος διάτρησης σχετίζεται με τη διάμετρο του τυφλού. Τον υψηλότερο κίνδυνο διατρέχουν οι ασθενείς που έχουν διάμετρο πάνω από 10εκ. και αυτοί θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
 
   Εάν υπάρχει οποιοδήποτε σημείο κλινικής επιδείνωσης ή μη βελτίωσης εντός 48 ωρών, θα πρέπει να ακολουθείται πιο επιθετική θεραπεία. Ο αναστολέας ακετυλοχολινεστεράσης νεοστιγμίνη αποτελεί μια αποτελεσματική θεραπεία για την οξεία ψευδοαπόφραξη του παχέος εντέρου σε ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται στα συντηρητικά μέτρα. Δρα μέσω της οξείας αύξηση των επιπέδων ακετυλοχολίνης στο σώμα προκαλώντας άμεση σύσπαση του εντέρου και αποσυμπίεσή του. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται με τηλεμετρία κατά τη διάρκεια και μετά τη χορήγηση της νεοστιγμίνης, καθώς μπορεί να εμφανιστεί συμπτωματική βραδυκαρδία που απαιτεί τη χορήγηση ατροπίνης σε ποσοστό 10% των ασθενών. Η πιο συχνή παρενέργεια είναι τα κολικοειδή κοιλιακά άλγη και η υπερέκκριση σιέλου. Με τη χορήγηση νεοστιγμίνης αντιμετωπίζονται επιτυχώς το 90% των ασθενών με ποσοστό υποτροπής 7%. Εάν η θεραπεία αυτή δεν είναι επιτυχής, ή εάν αντενδείκνυται η χορήγηση νεοστιγμίνης (νεφρική ανεπάρκεια, κύηση, βρογχόσπασμος, βραδυκαρδία), το επόμενο θεραπευτικό βήμα είναι η αποσυμπίεση με κολονοσκόπηση.  
                   
Η ενδοσκοπική αποσυμπίεση ενέχει κίνδυνο διάτρησης, αλλά όταν εκτελείται από έμπειρη αμάδα ο κίνδυνος διάτρησης μειώνεται στο 2%. Η επέμβαση αυτή επίσης έχει το πλεονέκτημα της επιθεώρησης του βλεννογόνου του παχέος εντέρου για στοιχεία ισχαιμίας. Αρχικά είναι επιτυχής στο 80% των ασθενών, αλλά η υποτροπή είναι συχνή. Ιδανικά μπορεί να τοποθετηθεί ένας σωλήνας στο δεξιό κόλον χρησιμοποιώντας ακτινοσκοπική καθοδήγηση έτσι ώστε να διατηρείται η αποσυμπίεση.
 
   Σε ασθενείς με ανθεκτική νόσο απαιτείται χειρουργική παρέμβαση. Σε ασθενείς που είναι υψηλού κινδύνου για χειρουργική επέμβαση, είναι δυνατή η τοποθέτηση μιας διαδερμικής τυφλοστομίας. Εάν υπάρχουν σημεία ισχαιμίας ή απόφραξης, οι ασθενείς υποβάλλονται σε τμηματική ή υφολική κολεκτομή, ανάλογα με την κατανομή της νόσου. Η επέμβαση αυτή έχει υψηλή νοσηρότητα και θνησιμότητα, η οποία είναι πιθανόν να εξαρτάται από τα υποκείμενα νοσήματα του ασθενούς. Η διενέργεια αναστόμωσης σε πρώτο σκοπό κρίνεται κατά περίπτωση με βάση την κλινική κατάσταση του ασθενούς, αλλά συχνά γίνονται επεμβάσεις παράκαμψης και η συνέχεια του εντέρου αποκαθίσταται κατά τη διάρκεια μιας δεύτερης επέμβασης μερικούς μήνες μετά την πάροδο του επεισοδίου.